εύσως

εὔσως, -ων (Α)
ο εύσοος*.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -σως (< σόος, ιων. τ. τού σώος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔσως — εὔσους adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκύλευση — η / σκύλευσις, εύσως, ἡ, ΝΑ [σκυλεύω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σκυλεύω, η διαρπαγή τών όπλων και άλλων αντικειμένων σκοτωμένου εχθρού, σκυλεία* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.